Συνταγματική αναθεώρηση: Το πρόβλημα των «180» και ο κίνδυνος άλλης μιας χαμένης ευκαιρίας

Ενώπιων δύσκολων αποφάσεων για το μέλλον του ίδιου του πολιτεύματος και τις σχέσεις του με την κοινωνία που απαιτούν λεπτούς χειρισμούς μακριά από μικροπολιτικές σκοπιμότητες βρίσκονται τα κόμματα.

Η συζήτηση για τη Συνταγματική αναθεώρηση που έχει ανοίξει εδώ και καιρό αλλά αναζωπυρώθηκε το τελευταίο διάστημα με τις τοποθετήσεις των πολιτικών αρχηγών έρχεται δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το φιάσκο της τελευταίας σχετικής προσπάθειας (2008).

Βασικές λειτουργίες και προβλήματα, όπως οι αρμοδιότητες του προέδρου της Δημοκρατίας (ζήτημα άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μορφή του πολιτεύματος), η ποινική ευθύνη των μελών της κυβέρνησης (το περίφημο άρθρο 86), το σταθερό εκλογικό σύστημα αλλά και ο εκσυγχρονισμός του κράτους είναι μερικά μόνο από τα κρίσιμα θέματα που θα τεθούν επί τάπητος.

Ωστόσο, η συνταγματική πρόβλεψη της αναθεώρησης που περιλαμβάνει σύνθετες διεργασίες με τη μεσολάβηση δύο κοινοβουλευτικών περιόδων και αυξημένη πλειοψηφία για την επικύρωση των αλλαγών περιπλέκει κατά πολύ τα πράγματα: η παρούσα βουλή εφόσον ξεκινήσει η διαδικασία και χαρακτηριστεί αναθεωρητική θα ορίσει τα άρθρα που θα μπουν στη βάσανο των αλλαγών (δε μπορούν να προστεθούν άλλα αργότερα). Εφόσον τα άρθρα αυτά εγκριθούν από τους «300» με απόλυτα πλειοψηφία (151), τότε η Βουλή που θα σχηματιστεί μετά τις επόμενες εκλογές, θα πρέπει ν’ αποφασίσει το περιεχόμενό τους με αυξημένη (180). Αν όμως συμβεί το αντίθετο, δηλαδή τα κόμματα συμφωνήσουν από τώρα στα άρθρα που θα αναθεωρηθούν (το 86 για παράδειγμα) με αυξημένη πλειοψηφία, τότε η επόμενη κυβέρνηση θα μπορεί να επιλέξει το περιεχόμενό τους χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης (δε θα χρειάζεται τις ψήφους της).

Το γεγονός αυτό προκαλεί μια μεγάλη συζήτηση που απαιτεί υπερβάσεις, καθώς αν η αναθεώρηση αποτύχει τότε θα χαθεί άλλη μια δεκαετία ( προς τα τέλη του 2020).

Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Σε κάθε περίπτωση ένα από τα βασικά άρθρα που φαίνεται να υπάρχει επί της αρχής τουλάχιστον συμφωνία για την αναγκαιότητα αναθεώρησης είναι αυτά που αφορούν στις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μετά από σχεδόν 30 χρόνια «πρωθυπουργοκεντρικού» συστήματος, τα κόμματα συμφωνούν πως πρέπει να υπάρξουν αλλαγές με ενίσχυση του ρόλου του προέδρου. Διαφωνούν όμως ως προς το βαθμό της ενίσχυσης αυτής γεγονός που περιπλέκει τη κατάσταση καθώς οι επίμαχες διατάξεις καθορίζεις εν πολλοίς και τη μορφή του πολιτεύματος.

Μάλιστα, λόγω των πολιτικών εξελίξεων που έφεραν στη χώρα η αποτυχία της εκλογής του κ. Δήμα το 2014, τα κόμματα εμφανίζονται επιφυλακτικά ως προς τη σύνδεση της εκλογής αυτής με τη διάλυση της Βουλής και τη προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Από την άλλη όμως ο περιορισμός της νομιμοποίησης του ανώτατου πολιτειακού παράγοντα με τη ταυτόχρονη αύξηση των αρμοδιοτήτων του, διαμορφώνει αντιφάσεις, όπως αναγνωρίζουν και συνταγματολόγοι.  Ο ΣΥΡΙΖΑ για παράδειγμα καλοβλέπει την ιδέα της απευθείας εκλογής του προέδρου από το λαό, εφόσον οι δύο πρώτες προσπάθειες στη Βουλή με την αυξημένη πλειοψηφία αποβούν άκαρπες. Η ΝΔ στον αντίποδα επιθυμεί να ενισχυθούν οι αρμοδιότητες, να παραμείνει ίδιος ο τρόπος εκλογής αλλά να μην διαλύεται η Βουλή (ενδεχομένως με μείωση της πλειοψηφίας που απαιτείται για την εκλογή του), ενώ η ΔΗΣΥ φέρνει στο τραπέζι ακόμα και τη διαμόρφωση ειδικού εκλεκτορικού σώματος για την εκογή του Προέδρου.

Οι ΑΝΕΛ πάντως, ζητούν την επαναφορά των διατάξεων που ήταν σε ισχύ πριν την αναθεώρηση του 86’ με βασικότερη αυτή της δυνατότητας που παρείχε στον Πρόεδρο να διαλύει όποτε αυτός το κρίνει σκόπιμο τη Βουλή και να προκηρύσσει εκλογές (διαμορφώνει προϋποθέσεις ημιπροεδρικού μοντέλου).

Ποινική ευθύνη υπουργών

Πρόκειται για το άρθρο 86 του Συντάγματος που  (μαζί με τον εκτελεστικό του νόμο περί ευθύνης υπουργών)  συγκεντρώνει το «ανάθεμα» των κομμάτων αλλά κυρίως της κοινωνίας. Είναι ίσως το μόνο από τα 121 άρθρο του Συντάγματος που θα μπορούσε να ψηφιστεί ομόφωνα, καθώς σύσσωμες οι πολιτικές δυνάμεις συμφωνούν τουλάχιστον ως προς την απάλειψη της αποσβεστικής προθεσμίας για ένα υπουργικό αδίκημα (παράγραφος 4).

Από κει και πέρα όμως υπάρχουν διαφορετικές προτάσεις ως προς το ρόλο της Βουλής, τη σύσταση προανακριτικών επιτροπών και τον επικείμενο έλεγχο από τη Δικαιοσύνη. Τουλάχιστον στα κόμματα της αντιπολίτευσης φαίνεται να υπάρχει σύγκληση ως προς την απεμπλοκή της Βουλής από την όλη διαδικασία, με τη ΔΗΣΥ να προτείνει μια ψηφοφορία που θα στέλνει το σύνολο της υπόθεσης στη δικαιοσύνη.  Στο ίδιο πνεύμα προτείνεται και ο περιορισμός της βουλευτικής ασυλίας κυρίως για τα αδικήματα που αφορούν την έκφραση γνώμης (προστατεύεται και σε άλλη διάταξη του Συντάγματος).

Παράλληλα τα κόμματα προσανατολίζονται και σε αλλαγές που αφορούν στην κυβερνητική και βουλευτική θητεία: Η ΝΔ προτείνει να μη δίνεται πλέον η δυνατότητα στη κυβέρνηση να διαλύει τη βουλή όποτε το επιθυμεί (με την επίκληση εθνικού ζητήματος) και τη καθιέρωση σταθερών εκλογικών κύκλων. Η ΔΗΣΥ προτείνει η διάλυση της Βουλής να γίνεται μετά από πρωτοβουλία της κυβέρνησης μόνο αν η Ολομέλεια το δεχτεί σε ψηφοφορία με πλειοψηφία 180 ψήφων. Ο ΣΥΡΙΖΑ από τη πλευρά του προτείνει ως ανώτατο όριο δύο βουλευτικές θητείες ή οκτώ συνεχή χρόνια, ενώ ζητά η ψήφος δυσπιστίας στην εκάστοτε κυβέρνηση να συνοδεύεται από νέα πρόταση για σχηματισμό κυβέρνησης.

Τέλος σε ότι αφορά τις αποκλίσεις ιδεολογικού και όχι μόνο χαρακτήρα, οι παρατηρήσεις εστιάζονται στις διατάξεις για το άρθρο 16 και τα κρατικά πανεπιστήμια (ΝΔ, ΔΗΣΥ και ΑΝΕΛ θέλουν ιδιωτικά), τη διενέργεια δημοψηφίσματος μετά από λαϊκή πρωτοβουλία (συμφωνούν ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ), ενίσχυση ιδιωτικής πρωτοβουλίας (ΝΔ), υποχρεωτικός δημόσιας χαρακτήρας νερού, ενέργειας, διακριτοί ρόλοι κράτους-εκκλησίας (ΣΥΡΙΖΑ) και απλοποίηση διατάξεων Συντάγματος (ΝΔ, ΔΗΣΥ).

newpost

Αφήστε το σχόλιό σας