Λουκάκου: Από την κόλαση στον παράδεισο!

Η  ζωή του Βέλγου επιθετικού της Manchester United, Ρομελού Λουκάκου, θα μπορούσε να γίνει  σενάριο  ταινίας  και μάλιστα με  πληθώρα μηνύματα για όλους μας. Είναι κάποιες περιπτώσεις όπου η έβδομη τέχνη, αντιγράφει τη ζωή και μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή. Σε μια συγκλονιστική συνέντευξη  στο “the playerstribune”, παραδίδει μαθήματα ζωής και αισιοδοξίας και εξηγεί πως από την απόρριψη, το bullying και την απόλυτη φτώχια , κατάφερε να περάσει την πόρτα των σαλονιών των μεγαλύτερων ποδοσφαιρικών γηπέδων και να καταξιωθεί στο παγκόσμιο στερέωμα.

Γεννημένος στην πόλη Αμβέρσα του Βελγίου, με καταγωγή από το Κογκό, ξεκίνησε την καριέρα του από την τοπική ομάδα της γενέτειρας πόλης του, την Ρουπελ Μπουμ. Τα παιδικά του χρόνια ήταν πάρα πολύ δύσκολα. «Θυμάμαι ακριβώς τη στιγμή που κατάλαβα ότι είχαμε χρεοκοπήσει. Ακόμα έχω την εικόνα της μητέρας μου στο ψυγείο και την έκφραση του προσώπου της. Ήμουν μόλις έξι ετών και γύρισα σπίτι από το σχολείο για το γεύμα. Η μητέρα μου ετοίμαζε κάθε μέρα το ίδιο ακριβώς μενού: ψωμί και γάλα. Όταν είσαι παιδί δεν το σκέφτεσαι. Υποθέτω ότι αυτό μπορούσαμε τότε.

Εκείνη την ημέρα λοιπόν γύρισα σπίτι, προχώρησα στην κουζίνα και είδα την μητέρα μου στο ψυγείο με το γάλα όπως πάντα. Ωστόσο, εκείνη τη φορά ανακάτευε το γάλα με κάτι. Δεν κατάλαβα τι ακριβώς συνέβαινε. Τότε μου το έφερε κοντά και συνέχισε να χαμογελάει, δείχνοντας ότι όλα ήταν ΟΚ. Εγώ όμως κατάλαβα αμέσως τι είχε γίνει. Είχε ανακατέψει το γάλα με νερό. Δεν είχαμε αρκετά χρήματα για να βγάζουμε τη βδομάδα. Ήμασταν απένταροι. Όχι απλά φτωχοί, αλλά κατεστραμμένοι. Ο πατέρας μου είχε υπάρξει επαγγελματίας, αλλά βρισκόταν στο τέλος της καριέρας του και όλα τα χρήματα είχαν εξαφανιστεί. Το πρώτο πράγμα που έφυγε από το σπίτι ήταν η καλωδιακή τηλεόραση. Τέλος στο ποδόσφαιρο, στο “Match of the Day”, χωρίς καθόλου σήμα. Έπειτα, ήρθε η νύχτα και τα φώτα που παρέμεναν κλειστά. Καθόλου ηλεκτρική ενέργεια για 2-3 βδομάδες ανά διαστήματα. Μετά ήθελα να κάνω μπάνιο, μα δεν υπήρχε ζεστό νερό. Η μητέρα μου ζέσταινε στη σόμπα κι εγώ έπαιρνα με μία κούπα και το έριχνα όρθιος στο κεφάλι μου.

Υπήρχαν άπειρες φορές που η μητέρα μου έπρεπε να δανειστεί ψωμί. Οι αρτοποιοί ήξεραν εμένα και τον αδερφό μου. Έτσι, της επέτρεπαν να ψωνίσει κάποια καρβέλια τη Δευτέρα και να τα πληρώσει την Παρασκευή. Ήξερα ότι πνιγόμασταν, αλλά όταν την είδα να ανακατεύει το γάλα με το νερό, κατάλαβα ότι αυτό ήταν το τέλος. Αυτή ήταν η ζωή μας».

 

Τίτλος: Η μεγάλη απόφαση να ασχοληθεί επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο

Οι κακουχίες, οι δυσκολίες επιβίωσης, τον έστρεψαν προς το ποδόσφαιρο. Ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή , όπου αποφάσισε ότι έπρεπε να αγωνιστεί για να αλλάξει η ζωή του και με απίστευτη ψυχραιμία και ωριμότητα, γυρνώντας σπίτι μία μέρα από το σχολείο, είδε την μητέρα του να κλαίει και της είπε: “Μητέρα, θα αλλάξουν όλα. Θα δεις. Θα παίξω ποδόσφαιρο στην Αντερλεχτ και θα συμβεί σύντομα. Δεν θα έχεις πλέον να ανησυχείς για τίποτα.

Ήμουν έξι όταν ρώτησα τον πατέρα μου: «Από ποια ηλικία μπορείς να παίξεις επαγγελματικά μπάλα;” Μου απάντησε: “Από τα 16”.

Από εκεί και μετά κάθε παιχνίδι που έπαιξα ήταν σαν τελικός για μένα. Όταν έπαιζα στην πλατεία, στο σχολείο, ήταν τελικός. Έβαζα όλη μου τη δύναμη σε κάθε σουτ. Τότε δεν είχα video games στο σπίτι. Έπαιζα όλη την ώρα έξω. Και προσπαθούσα να σκοτώσω με το σουτ μου. Τότε άρχισα και να ψηλώνω πολύ. Οι δάσκαλοι και οι γονείς των άλλων παιδιών απορούσαν: “Εσύ πόσων ετών είσαι; Πότε γεννήθηκες;”

Και εγώ έλεγα: “Τι; Είσαι σοβαρός;” Στα 11 μου βρέθηκα να παίζω για τους πιτσιρικάδες της Λιρς και ένας πατέρας προσπάθησε κυριολεκτικά να με σταματήσει από το να μπω στο γήπεδο, φωνάζοντας: “Που είναι η ταυτότητά του; Από που είναι;”

Ήμουν Βέλγος, γεννήθηκα στην Αμβέρσα, αλλά ο δικός μου πατέρας δεν ήταν εκεί. Ήμουν ολομόναχος. Πήγα στην τσάντα μου, έβγαλα ταυτότητα και την έδειξα σε όλους και θυμάμαι ότι σκέφτηκα μέσα μου: “Ναι και τώρα θα σκοτώσω τον γιο σου με ακόμα περισσότερη δύναμη. Θα τον πάρεις από εδώ κλαίγοντας”.

Ήθελα να γίνω ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του Βελγίου. Αυτός ήταν ο στόχος μου. Όχι απλά καλός. Όχι απλά σπουδαίος. Ο καλύτερος. Έπαιζα με τόσο θυμό εξαιτίας πολλών πραγμάτων. Εξαιτίας των ποντικιών που έτρεχαν στο σπίτι μας, επειδή δεν μπορούσα να δω Champions League, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο με κοιτούσαν οι άλλοι γονείς.

Είχα πετύχει 25 γκολ μέχρι το Νοέμβριο και τρώγαμε pancakes πριν τα Χριστούγεννα. Ας γίνει αυτό μάθημα. Δεν παίζεις με ένα παιδί που έχει πεινάσει στη ζωή του! Υπέγραψα το πρώτο επαγγελματικό μου συμβόλαιο με την Άντερλεχτ στα γενέθλιά μου, στις 13 Μαΐου. Πήγα αμέσως και αγόρασα το νέο FIFA μαζί με την κονσόλα”.

Ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι της συνέντευξης του, είναι ο τρόπος που τελειώνει και τα συγκλονιστικά λόγια που χρησιμοποιεί. Δεν τον ενδιαφέρει να καυχηθεί για τα όσα κατάφερε να κάνει στη ζωή του, αλλά ούτε και έχει σκοπό να κατακρίνει όσους τον επέκριναν και τον κορόιδευαν. Το μόνο που πραγματικά επιθυμεί είναι όπως χαρακτηριστικά λέει είναι «να ήταν ο παππούς μου εδώ γύρω για να το δει όλο αυτό. Δεν αναφέρομαι στην Premier League.  Ούτε στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Δεν εννοώ το Champions League, ούτε τα Παγκόσμια Κύπελλα. Θα ήθελα να ήταν εδώ και να δει τη ζωή που έχουμε τώρα. Θα ήθελα να είχα την ευκαιρία για ένα τελευταίο τηλεφώνημα, για να τον ενημερώσω. ”Βλέπεις; Στο είπα. Η κόρη είναι εντάξει. Δεν υπάρχουν αρουραίοι στο διαμέρισμα. Δεν κοιμόμαστε πλέον στο πάτωμα. Δεν υπάρχει πλέον άγχος. Είμαστε καλά τώρα… Δεν χρειάζεται πλέον να τσεκάρουν τις ταυτότητές μας. Ξέρουν τα ονόματά μας…».