Κριτική για τις νέες ταινίες της εβδομάδας

Σιωπή (***) (Silence)
Σκηνοθεσία: Μάρτιν Σκορσέζε
Παίζουν: Αντριου Γκάρφιλντ, Ανταμ Ντράιβερ, Λίαμ Νίσον, Γιουσόκε Κουμποζούκα

Δύο πορτογάλοι ιησουίτες μοναχοί φτάνουν στην Ιαπωνία του 17 ου αι. για να εντοπίσουν τα ίχνη του μέντορά τους που φημολογείται ότι αλλαξοπίστησε. Εκεί έρχονται σε επαφή με τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των φτωχών χωρικών, αρκετοί εκ των οποίων τιμωρούνται σκληρά επειδή ασπάστηκαν τη «νέα» δυτική θρησκεία.

 

Η ιστορία της «Σιωπής» είναι η ιστορία του ίδιου του Σκορσέζε. Μια πάλη με τον ίδιο του τον εαυτό γύρω από την ύπαρξη ή μη του Θεού και μια σύγκρουση με τους εσωτερικούς του δαίμονες. «Αν δεν είχα γίνει σκηνοθέτης θα ήμουν είτε παπάς είτε γκάνγκστερ» έχει πει και σε όλη την καλλιτεχνική πορεία του αυτό το δίπολο εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους, τεχνικές, ιστορίες αλλά και είδη. Στη «Σιωπή», την οποία ο Σκορσέζε είχε στο μυαλό του εδώ και τρεις δεκαετίες από τη στιγμή που πρωτοδιάβασε το κλασικό ομότιτλο μυθιστόρημα του Ιάπωνα Σιουσάκο Έντο που πρωτοεκδόθηκε το 1966, για πρώτη φορά φαίνεται η κατάληξη αυτού του ταξιδιού. Όπως ο καζαντζακικός Χριστός του Γουίλεμ Νταφόε στον «Τελευταίο Πειρασμό» συμβιβάζεται με την ιδέα της θνητής πλευράς του, έτσι και ο 75χρονος αμερικανοϊταλός δημιουργός δείχνει να συμφιλιώνεται με τον καθολικισμό και τη χριστιανική πίστη του ύστερα από μακρόχρονη πάλη. Καθώς μιλάμε για ένα ζωντανό μύθο του σινεμά ένα τέτοιο έργο ζωής –και σπάνιας ποιητικής δύναμης– δεν θα μπορούσε να περάσει ούτε απαρατήρητο ούτε άνευ… πειρασμών για να επιχειρήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε τα μυστικά του. Το πρώτο που παρατηρεί κανείς στη «Σιωπή» είναι η ασκητική μορφή της. Το πρόσταγμα του σκηνοθέτη για ένα τραχύ ρεαλισμό που να αναδύει όλη τη θλιβερή εικόνα μιας διχασμένης χώρας που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θρησκείες, γοητεύει και σοκάρει ταυτόχρονα. Ο Βουδισμός και ο Χριστιανισμός εκπροσωπούν δύο διαφορετικούς κόσμους στην ταινία, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το χτες και το αύριο. Τον κόσμο που σβήνει και το μέλλον που έρχεται. Όμως ποιο είναι ποιο; Όλα θα εξαρτηθούν από το ποια θρησκεία θα επικρατήσει. Ο νικητής κοιτάει το αύριο με άλλο βλέμμα και ο ηττημένος καλείται να κλειστεί στον εαυτό του για να μετρήσει τις ανοιχτές πληγές του. Ο Σκορσέζε δίνει αγώνα για να σπάσει το κέλυφος της αγιότητας, το περίβλημα μιας ανώτερης πνευματικής κάστας και επιχειρεί να βρει το νόημα σε όλο αυτό το αιματοκύλισμα που πραγματοποιείται στο «όνομα του Θεού». Κι ενώ αρχικά κρατάει απόσταση από την Ιστορία, στο τέλος επιλέγει στρατόπεδο και πίστη. Οι «καλοί» Χριστιανοί γίνονται θυσία στη σφαγιαστική δράση των «κακών» Ιαπώνων και η ταύτιση του ήρωα με τον Χριστό, υπογραμμίζει το δράμα που συντελείται σε έναn επικό καμβά φορτωμένο από σκηνοθετική μεγαλοπρέπεια και εικαστική δύναμη, αλλά τόσο επιδερμικό και αδύναμο στις ιδεολογικές αγκυλώσεις του. Οι κακόμοιροι χριστιανοί Iάπωνες κουβαλούν τον Σταυρό του Μαρτυρίου επιλέγοντας το θάνατο –ως άλλοι τζιχαντιστές– για να ζήσουν την υπόσχεση του ιδανικού Παραδείσου και να γλιτώσουν από την επίγεια Κόλαση που ζουν. Αντίθετα οι γιαπωνέζοι προύχοντες (καταπληκτικό όλο το ιαπωνικό καστ σε αντίθεση με τους δυτικούς σταρ που δεν μπορούν να σταθούν επάξια δίπλα τους, με αποκορύφωμα τη λίγη ερμηνεία του πρωταγωνιστή Άντριου Γκάρφιλντ) παρουσιάζονται ως σύμβολα του Κακού που υπερασπίζονται με λύσσα τα κεκτημένα τους στο όνομα του Βούδα, αλλά ο Σκορσέζε κάνει τα στραβά μάτια όσον αφορά τα ιστορικά εγκλήματα που Καθολικισμού που έχουν συντελεστεί σε άλλες εποχές και τόπους.


Paterson (***)
Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
Παίζουν: Ανταμ Ντράιβερ, Γκολσιφτέ Φαραχανί

Ο Πάτερσον, οδηγός λεωφορείου στην πόλη… Πάτερσον του Νιου Τζέρσι, ακολουθεί κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο: το πρωί οδηγεί το λεωφορείο με το νούμερο 23, γράφει ποιήματα, βγάζει το σκύλο του βόλτα και συζητάει με την αγαπημένη του Λόρα επί παντός επιστητού.

 

Το απόλυτο τίποτα μπορεί τελικά να κρύβει θησαυρούς, σύμφωνα με τον Τζάρμους. Στη μονότονη και επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα του ήρωα του παρεισφρύει απροειδοποίητη η έκπληξη (η γεμάτη ζωντάνια και φρεσκάδα Λόρα δημιουργεί διαρκώς συνθέσεις πάνω στα αγαπημένα της χρώματα, το άσπρο και το μαύρο), το χιούμορ, καθώς ακόμη κι ο σκύλος του δεν σταματάει να τον προβληματίζει προκαλώντας του διαρκώς γουστόζικα αινίγματα (το μονίμως ξεχαρβαλωμένο γραμματοκιβώτιό του) ακόμη και οι ποιητικές παρεμβολές που συναντά στα πιο απίθανα μέρη. Το σινεμά του Τζάρμους είναι μια λιτή, μελαγχολική ωδή στην ποίηση της καθημερινότητας, τις μικροχαρές της ζωής αλλά και το ίδιο το νόημα της ύπαρξης που μπορεί να κρύβεται σε μια φαινομενικά ασήμαντη κουβέντα (όπως εκείνες των επιβατών του λεωφορείου που κρυφακούει ο Πάτερσον), μια ειδυλλιακή εικόνα της φύσης (οι καταρράκτες δίπλα στη βιομηχανική πόλη) ή ένα ποτήρι μπίρα σαν αυτή που συνηθίζει να πίνει κάθε βράδυ ο Πάτερσον στο αγαπημένο του στέκι συζητώντας για μουσική με τον ιδιοκτήτη. Σε μία από τις πιο προσωπικές δουλειές του ο Τζάρμους, χτίζει στο μινιμαλιστικό και ουσιώδες σύμπαν του, τη γεμάτη απλότητα αλλά και συναίσθημα ζωή του ήρωα του για να αποθεώσει την αγάπη (κάθε είδους), τη φιλία και τον παλιομοδίτικο ρομαντισμό, έχοντας ως όχημά του κάποιες σκονισμένες φωτογραφίες από το παρελθόν και τα πειραγμένα ποιητικά στιχάκια του Γουίλιαμς Κάρλος Γουίλιαμ.


Νυκτόβια Πλάσματα (**) (Nocturnal Animals)  
Σκηνοθεσία: Τομ Φορντ
Παίζουν: Ειμι Ανταμς, Τζέικ Τζίλενχαλ, Μάικλ Σάνον, Ααρον Τέιλορ-Τζόνσον

Μια πετυχημένη γκαλερίστα που βιώνει την απέραντη μοναξιά εγκλωβισμένη σε έναν αποτυχημένο γάμο, διαβάζει ένα βράδυ το μυθιστόρημα που έγραψε για εκείνη ο πρώτος σύζυγός της με τον οποίο δεν έχει καμιά επαφή εδώ και 19 χρόνια.

 

Ο σχεδιαστής-σκηνοθέτης Τομ Φορντ επιστρέφει στο σινεμά επτά χρόνια μετά από το σουξεδιάρικο και σαφώς πιο πετυχημένο από τη σημερινή ταινία του, ερωτικό δράμα «Ένας μόνος άντρας». Όπως και τότε, ο Φορντ δείχνει ποια είναι τα ζητήματα που τον απασχολούν. Οι ερωτικές επιλογές που κάνουμε έχουν εκτός από τις ανάλογες συνέπειες και το υπαρξιακό βάρος μιας προκαθορισμένης ζωής, που είτε οδηγεί στην προσωπική ευτυχία είτε στο σκοτάδι, τη βία και τα φαντάσματα της χαμένης ευκαιρίας. Με βάση το υλικό που προέρχεται από ένα μυθιστόρημα («Tony and Susan») που έγραψε ο Οστιν Ράιτ το 1993, ο Φορντ επιχειρεί να κατασκευάσει ένα ψυχολογικό ερωτικό θρίλερ, με ατμόσφαιρα και πολυεπίπεδο συμβολισμό, αλλά δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά. Το μάτι του σκηνοθέτη που λατρεύει κάθε πλάνο που αποπνέει εικαστικό μεγαλείο (αλλά και έντονες τάσεις ναρκισσισμού) αφήνει το στίγμα του στις περισσότερες σεκάνς. Όμως το προσχηματικό σενάριο και οι υπερβολικά εγκεφαλικές αναγωγές που συνοδεύουν το κάθε σημμειολογικό σχήμα δεν καταλήγουν πουθενά ενώ από ένα σημείο και μετά κουράζουν και χάνουν το ενδιαφέρον τους. Η ταινία είναι υποψήφια για τρεις Χρυσές Σφαίρες: σκηνοθεσίας, σεναρίου και β΄ αντρικού ρόλου για τον Άαρον Τέιλορ-Τζόνσον, που ξεπέρασε σε υποκριτική αποτελεσματικότητα τους πιο διάσημους συμπρωταγωνιστές του.


Assassin’s creed (*)
Σκηνοθεσία: Τζάστιν Κερζέλ.
Παίζουν: Μάικλ Φασμπέντερ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Αριάν Λαμπέντ, Τζέρεμι Αιρονς.

Ένας κατάδικος μεταφέρεται, μέσω μιας επαναστατικής τεχνολογίας, στην Ισπανία του 15ου αιώνα με σκοπό να εντοπίσει το χαμένο Μήλο του Αδάμ.

 

Ένα δημοφιλές videogame της Ubisoft επέλεξε ο σκηνοθέτης του προπέρσινου «Μάκβεθ» για να συνεργαστεί εκ νέου με τους πρωταγωνιστές εκείνης της ταινίας, Μάικλ Φασμπέντερ και Μαριόν Κοτιγιάρ. Το αποτέλεσμα είναι μια χορταστική αλλά χωρίς ουσία περιπέτεια που βάζει στο μίξερ διάφορα υλικά (μεσσαιωνικές θεωρίες συνωμοσίας, βιρτουοζιτέ αλά «Μάτριξ», αισθητική που βασίζεται στο ύφος του παιχνιδιού) αλλά το κοκτέιλ που προκύπτει είναι πολύχρωμο μεν, χωρίς γεύση δε. Όσα απίθανα ακροβατικά ή θεαματικά εφέ παρακολουθούμε έχουν διπλό σκοπό: από τη μια να χαρούμε χωρίς ενοχές το απλόχερο θέαμα κι από την άλλη να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον η ιντριγκαδόρικη ιστορική συνύπαρξη των Ναϊτών και των Ασασίνων, που ξεκινά εδώ και αιώνες για να καταλήξει στο σήμερα, με τέτοια αφέλεια που κάνει τον Νταν Μπράουν να μοιάζει με… Ντοστογιέφσκι! Το δε επιμύθιο γύρω από τον έλεγχο της ελεύθερης βούλησης των λαών με όπλο το χαμένο Μήλο του Αδάμ (της γνωστής ιστορία του χαμένου παραδείσου) είναι ο ορισμός της γελειότητας!

athensvoice